Exalting in greek

Translation: exalting, Dictionary: english » greek

εκθείαζε, εξυψώνοντας, κι αποτελεί ύμνο, εκθείαζοντάς, εκθείαζοντάς της
exalting in greek

Other Languages

Translations

exaltations in greek - εξάρσεις, ανατάσεις, εξάρσεων, εξυψώσεις
exalted in greek - μεταρσιωμένος
exalts in greek - εξυψώνει
exam in greek - εξέταση
regaling in greek - ρεμπέτικα, διηγούταν, καθώς διηγούταν

Random words


Exalting in greek - Dictionary: english » greek
Translations: εκθείαζε, εξυψώνοντας, κι αποτελεί ύμνο, εκθείαζοντάς, εκθείαζοντάς της