Hydrogenated in greek

Translation: hydrogenated, Dictionary: english » greek

υδρογονωμένα, υδρογονωμένο, υδρογονώνεται, υδρογονωμένου, υδρογονωμένη
hydrogenated in greek

Other Languages

Related words

hydrogenated language dictionary greek, hydrogenated oil, partially hydrogenated, partially, hydrogenated oils, partially hydrogenated oil, hydrogenated in greek

Translations

affectingly in spanish - afectivamente
hydrogen-like in greek - υδρογόνο, υδρογόνου, του υδρογόνου, το υδρογόνο, όξινο
hydrogenate in greek - υδρογονώ, υδρογονώσει, υδρογονώνουν, υδρογονώσουν, υδρογονώνομε
hydrogenates in greek - υδρογονωμένα
hydrogenating in greek - υδρογόνωσης, υδρογόνωση, υδρογονώσεωε, υδρογονωτικό, υδρογονώσεως

Random words


Hydrogenated in greek - Dictionary: english » greek
Translations: υδρογονωμένα, υδρογονωμένο, υδρογονώνεται, υδρογονωμένου, υδρογονωμένη