Idiosyncratically in greek

Translation: idiosyncratically, Dictionary: english » greek

ιδιοσυγκρασιακά, αποδίδονται με ιδιότυπο, ιδιοσυγκρασίας, με ιδιότυπο
idiosyncratically in greek

Other Languages

Translations

docked in greek - αγκυροβολημένο, ελλιμενίζεται, ελλιμενίστηκε, συνδεδεμένο, συνδεδεμένος
idiosyncrasy in greek - ιδυοσυγκρασία, ιδιοσυγκρασία, ιδιοσυγκρασίας, την ιδιοσυγκρασία, ψυχοσύνθεση
idiosyncratic in german - eigentümlich
idiot in greek - βλάκας
idiot-proofing in greek - ηλίθιος, ηλίθιο, βλάκας, idiot, ανόητος

Random words


Idiosyncratically in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ιδιοσυγκρασιακά, αποδίδονται με ιδιότυπο, ιδιοσυγκρασίας, με ιδιότυπο