Imperviousness in greek

Translation: imperviousness, Dictionary: english » greek

αδιαπέραστο, στεγανότητα, στεγανότητας, αδιαπερατότητα, θωράκισή
imperviousness in greek

Other Languages

Translations

impervious in german - undurchdringlich
imperviously in spanish - estanca, forma impermeable, de forma impermeable
impetigo in greek - έκζεμα προσώπου, μολυσματικό κηρίο, κηρίο, έκζεμα, κηρίου
impetuosity in greek - ορμή, βιασύνη, αυθορμητισμός
obscenities in greek - αισχρολογίες, αισχρότητες, αισχρολογιών, χυδαιότητες, απρέπειες

Random words


Imperviousness in greek - Dictionary: english » greek
Translations: αδιαπέραστο, στεγανότητα, στεγανότητας, αδιαπερατότητα, θωράκισή