Intermediating in greek

 

Translation: intermediating, Dictionary: english » greek

διαμεσολάβησης, διαμεσολάβηση, διαμεσολαβούν, που διαμεσολαβούν, διαμεσολάβησης της
intermediating in greek

Translations

intermediate in greek - ενδιάμεσος, μεσαίος
intermediately in greek - ενδιαμέσως, ενδιάμεσα, ενδιάμεσης, τους ενδιάμεσης, με ενδιάμεση
intermediation in greek - διαμεσολάβηση, διαμεσολάβησης, διαμεσολάβησης που, μεσολάβηση
interment in greek - ενταφιασμός, ταφή, ενταφιασμό, ταφής, τον ενταφιασμό
thin-walled in greek - με λεπτά τοιχώματα, λεπτού τοιχώματος, λεπτό τοίχωμα, λεπτού πάχους, με λεπτό τοίχωμα

Other Languages


Intermediating in greek - Dictionary: english » greek
Translations: διαμεσολάβησης, διαμεσολάβηση, διαμεσολαβούν, που διαμεσολαβούν, διαμεσολάβησης της