Intermediation in greek

 

Translation: intermediation, Dictionary: english » greek

διαμεσολάβηση, διαμεσολάβησης, διαμεσολάβησης που, μεσολάβηση
intermediation in greek

Other Languages

Related words

intermediation language dictionary greek, financial intermediation, credit intermediation, intermediation definition, intermediation in greek

Translations

intermediately in greek - ενδιαμέσως, ενδιάμεσα, ενδιάμεσης, τους ενδιάμεσης, με ενδιάμεση
intermediating in greek - διαμεσολάβησης, διαμεσολάβηση, διαμεσολαβούν, που διαμεσολαβούν, διαμεσολάβησης της
interment in greek - ενταφιασμός, ταφή, ενταφιασμό, ταφής, τον ενταφιασμό
interments in greek - ενταφιασμούς, ενταφιασμούς και
turned-up in greek - γύρισε, μετατραπεί, αποδείχθηκε, ενεργοποιημένη, μετατράπηκε

Random words


Intermediation in greek - Dictionary: english » greek
Translations: διαμεσολάβηση, διαμεσολάβησης, διαμεσολάβησης που, μεσολάβηση