Jointer in greek

Translation: jointer, Dictionary: english » greek

ενωτικής, λειάνσεως
jointer in greek

Other Languages

Related words

jointer language dictionary greek, planer, jointer planer, delta jointer, 6 jointer, wood jointer, jointer in greek

Translations

joint-stock in greek - μετοχική, ανώνυμη, μετοχικών, ανώνυμης
jointed in greek - αρθρωτός, αρμό, συνένωση, εγκάρσια συνένωση, κολλημένη με εγκάρσια συνένωση
jointing in greek - αρμολόγησης, άρθρωσή, αρθρώσεις, αρθρώσεις του, επικόλληση με εγκάρσια συνένωση
jointly in german - gemeinschaftlich
traversing in greek - διέρχονται, διασχίζοντας, διάσχιση, διέρχονται από, που διέρχονται

Random words


Jointer in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ενωτικής, λειάνσεως