Matted in greek

Translation: matted, Dictionary: english » greek

σκεπασμένος με ψάθα, μπερδεμένη, μπλεγμένα, ματ
matted in greek

Other Languages

Related words

matted language dictionary greek, hair matted, matted frame, matted fur, matted cat, dog matted, matted in greek

Translations

aspersion in greek - κακολογία
matt in greek - ματ, matt, ο matt, τον matt, μάτ
matte in greek - ματ, μάτ, μεταλλινών, φόντου
matter in greek - υπόθεση, θέμα, ύλη, νοιάζομαι
matter-of-course in greek - matter-of, αυτονόητες, αυτονόητες στο εξωτερικό, αυτονόητες στο εξωτερικό αλλά, αυτονόητες στο

Random words


Matted in greek - Dictionary: english » greek
Translations: σκεπασμένος με ψάθα, μπερδεμένη, μπλεγμένα, ματ