Moroseness in greek

Translation: moroseness, Dictionary: english » greek

δυστροπία, δυσθυμία, σκυθρωπότητα, δυσθυμίας
moroseness in greek

Other Languages

Translations

morose in greek - σκυθρωπός, πικρόχολος, δύσθυμοι, σκυθρωποί, κακοδιάθετος
morosely in greek - κακή διάθεση, με κακή διάθεση
morpheme in german - morphem
morphemic in spanish - morfémico, morfemático, morfémica, morfemática, morfemas
obsidian in greek - οψιανού, οψιανό, οψιδιανό, οψιδιανού, οψιανός

Random words


Moroseness in greek - Dictionary: english » greek
Translations: δυστροπία, δυσθυμία, σκυθρωπότητα, δυσθυμίας