Newer in greek

Translation: newer, Dictionary: english » greek

νεότερα, νεότερες, νεότερη, νεότερο, νεότερων
newer in greek

Other Languages

Related words

newer language dictionary greek, newer movies, newer technology, newer xbox 360, good newer movies, newer used cars, newer in greek

Translations

copulates in greek - συνουσιάζεται, θα συνουσιάζεται
newcomers in greek - νεοφερμένους, νεοεισερχόμενους, νεοφερμένοι, νεοεισερχόμενοι, τους νεοεισερχόμενους
newel in greek - νιούελ, υποστηλωμάτων, κολώνα
newest in greek - το νεότερο, νεότερο, νεότερα, τα νεώτερα, πιο πρόσφατη
newfangled in greek - μοντέρνος, νεότευκτη, νεότευκτος, τη νεότευκτη, νεοφανών, καινοφανής

Random words


Newer in greek - Dictionary: english » greek
Translations: νεότερα, νεότερες, νεότερη, νεότερο, νεότερων