Oxidizes in greek

Translation: oxidizes, Dictionary: english » greek

οξειδώνει, οξειδούται
oxidizes in greek

Other Languages

Translations

foldout in greek - πτυσσόμενο
oxidized in greek - οξειδωμένα, οξειδωμένη, οξειδώνεται, οξειδωμένο, οξειδωθεί
oxidizer in greek - οξειδωτής, οξειδωτή, οξειδωτικό, οξειδωτικού, οξειδώσεως
oxidizing in greek - οξειδωτικά, οξείδωσης, οξειδωτικό, οξειδωτικές, οξειδωτικού
oxonian in greek - οξφορδιάνος

Random words


Oxidizes in greek - Dictionary: english » greek
Translations: οξειδώνει, οξειδούται