Pastoral in greek

Translation: pastoral, Dictionary: english » greek

ποιμενικός
pastoral in greek

Additional translations

ποιμενικός, ποιμαντική, ποιμενικό, ποιμενική, ποιμαντικής

Related words

Other Languages

Related words

pastoral language dictionary greek, pastoral counseling, pastoral care, pastoral chicago, pastoral definition, american pastoral, pastoral in greek

Translations

denunciator in spanish - denunciador, denunciante
pasting in greek - επικόλληση, συγκόλληση, την επικόλληση, επικόλλησης
pastor in spanish - pastor
pastorate in greek - ποιμαντορία, ποίμανση, ιερατεία, πάστορα
pastrami in greek - καπνιστό βοδινό κρέας, παστράμι, παστουρμά, παστουρμάς

Random words


Pastoral in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ποιμενικός, ποιμενικός, ποιμαντική, ποιμενικό, ποιμενική, ποιμαντικής