Penury in greek

Translation: penury, Dictionary: english » greek

ένδεια, πενιά
penury in greek

Other Languages

Related words

penury language dictionary greek, penury definition, define penury, definition of penury, what is penury, penury in greek

Translations

decimal-to-binary in greek - δεκαδικό, δεκαδικού, δεκαδικών, με δεκαδικό, δεκαδικό συμβολισμό
penumbras in spanish - penumbra, zonas de penumbra
penurious in greek - πενιχρός, φιλάργυρος, απόρους, φιλάργυρο
peon in greek - ορντινάντσα, peon, ομάδα peon, εργάτης με ημερομίσθιο, η ομάδα peon
peonage in greek - εργασία προς πληρωμήν χρέους, ειλωτεία, υποδούλωση

Random words


Penury in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ένδεια, πενιά