Procurer in greek

Translation: procurer, Dictionary: english » greek

μαστροπός, προμηθευτής, ανάδοχος αρχή, μαστροποί, μαστροπούς
procurer in greek

Other Languages

Related words

procurer language dictionary greek, eve procurer, procurer in greek

Translations

lupus in greek - λύκος, λύκο, λύκου, ο λύκος
procurement in greek - προμήθεια, συμβάσεις, συμβάσεων, προμηθειών, προμήθειες
procurements in greek - προμηθειών, προμήθειες, συμβάσεις, συμβάσεων, δημόσιες συμβάσεις
procures in greek - προμηθεύεται, προμηθεύει, φροντίζει, μεριμνά, φροντίζει για
procuress in greek - μαστροπός, γυναίκα μαστροπός

Random words


Procurer in greek - Dictionary: english » greek
Translations: μαστροπός, προμηθευτής, ανάδοχος αρχή, μαστροποί, μαστροπούς