Prosecutes in greek

Translation: prosecutes, Dictionary: english » greek

διώκει, τη δίωξη, διώκει ποινικώς, ασκεί δίωξη, ασκεί δίωξη κατά
prosecutes in greek

Other Languages

Translations

bombarded in greek - βομβαρδίζεται, βομβαρδιζόμαστε, βομβαρδίζονται, βομβάρδισαν, βομβαρδιστεί
prose in spanish - prosa
prosecute in greek - δίωξη, ποινική δίωξη, διώκουν, τη δίωξη, ασκήσει δίωξη
prosecuting in greek - δίωξη, τη δίωξη, δίωξης, διωκτικές, δίωξη των
prosecution in greek - δίωξη, δίωξης, τη δίωξη, ποινική δίωξη, διώξεων

Random words


Prosecutes in greek - Dictionary: english » greek
Translations: διώκει, τη δίωξη, διώκει ποινικώς, ασκεί δίωξη, ασκεί δίωξη κατά