Ramify in greek

Translation: ramify, Dictionary: english » greek

διακλαδώνω, διακλαδώ, διακλαδώνονται, διακλαδίζονται, να διακλαδίζονται
ramify in greek

Other Languages

Translations

corresponded in greek - αντιστοιχούσε, αντιστοιχούσαν, αντιστοιχεί, αντιστοιχούν, ανταποκρινόταν
ramified in greek - διακλαδίζονταν, διακλαδίζεται, διακλαδώσεις, διακλαδιζόμενη, διακλαδιζόμενων αλύσσων
ramifies in spanish - ramifica, se ramifica, ramifica en, se ramifica en
ramifying in spanish - ramificándose, ramificarse, ramifican, se ramifican
ramjet in greek - είδος αεριωθούμενης μηχανής, αυλοαεριωθητές, αεροθερμοδυναμικές, αεροθερμοδυναμικής

Random words


Ramify in greek - Dictionary: english » greek
Translations: διακλαδώνω, διακλαδώ, διακλαδώνονται, διακλαδίζονται, να διακλαδίζονται