Rebuke in greek

Translation: rebuke, Dictionary: english » greek

επιπλήττω, κατσαδιάζω, επίπληξη
rebuke in greek

Additional translations

επίπληξη, μομφή, επίπληξης, μομφή κατά, επιτίμησή

Related words

Other Languages

Related words

rebuke language dictionary greek, definition rebuke, to rebuke, define rebuke, bible rebuke, reprimand, rebuke in greek

Translations

cuckooflower in german - wiesenschaumkraut, kraut, schaumkraut
rebuilds in greek - ανακατασκευές, αναδομεί, δημιουργεί ξανά, θα δημιουργήσει ξανά, δημιουργήσει ξανά
rebuilt in greek - ξαναχτίστηκε, ανοικοδομήθηκε, ξαναχτιστεί, ανακατασκευαστεί, ανακατασκευάστηκε
rebuked in greek - επέπληξε, επιτίμησε, επιπλήξει, επιπλήξει τον, επέπληξαν
rebukes in greek - επιπλήξεις

Random words


Rebuke in greek - Dictionary: english » greek
Translations: επιπλήττω, κατσαδιάζω, επίπληξη, επίπληξη, μομφή, επίπληξης, μομφή κατά, επιτίμησή