Regulatory in greek

Translation: regulatory, Dictionary: english » greek

κανονιστικών, ρυθμιστικές, ρυθμιστικών, κανονιστικό, κανονιστική
regulatory in greek

Other Languages

Related words

regulatory language dictionary greek, regulatory affairs, regulatory commission, regulatory agencies, regulatory compliance, regulatory agency, regulatory in greek

Translations

fagots in greek - δεμάτια, αδερφές, τις αδερφές
regulative in greek - ρυθμιστικός, κανονιστικός, κανονιστικές, ρυθμιστικό, κανονιστικών
regulator in greek - ρυθμιστής
regurgitate in greek - αναμασώ, εξεμώ, αναμασούν, αναμασήσουν, αναμασούν τα
regurgitated in greek - αναμασημένων, αναγωγή, παρατηρηθεί αναγωγή, αναμασημένη

Random words


Regulatory in greek - Dictionary: english » greek
Translations: κανονιστικών, ρυθμιστικές, ρυθμιστικών, κανονιστικό, κανονιστική