Savants in greek

Translation: savants, Dictionary: english » greek

σοφοί, σοφούς, οι σοφοί κι, σοφοί κι
savants in greek

Other Languages

Related words

savants language dictionary greek, autistic savants, idiot savants, savants syndrome, savants autism, savants definition, savants in greek

Translations

deficient in greek - ελλειπής, ατελής, ανεπάρκεια, ανεπαρκή, με ανεπάρκεια, ελλιπής
savannah in spanish - sabana, savannah, la sabana, sabanas, de sabana
savant in greek - σοφός, savant, σοφού, λόγιος, δβνβηί
save in greek - εκτός, αποθηκεύσετε, σώσει, εξοικονομήσει, να αποθηκεύσετε, αποκρούω, διασώζω, αποταμιεύω, ...
save-all in greek - αποθηκεύσετε, σώσει, εξοικονομήσει, να αποθηκεύσετε, αποθήκευση

Random words


Savants in greek - Dictionary: english » greek
Translations: σοφοί, σοφούς, οι σοφοί κι, σοφοί κι