Sawing in greek

Translation: sawing, Dictionary: english » greek

πριόνισμα, πριονίσματος, στο πριόνισμα, το πριόνισμα, πριονισμού
sawing in greek

Other Languages

Related words

sawing language dictionary greek, concrete sawing, sawing in half, sawing machine, sawing wood, sawing logs, sawing in greek

Translations

outpatient in greek - εξωτερικά ιατρεία, στα εξωτερικά ιατρεία, εξωτερικών ασθενών, εξωτερικής παραμονής, εξωτερικούς ασθενείς
sawhorse in greek - στρίποδα πριονίσματος, τρίποδα όταν θέλετε, σταθερό και γερό καβαλέτο
sawhorses in greek - τρίποδα στηρίγματα
sawmill in greek - πριονιστήριο, πριονιστηρίου, πριονιστηρίων, πριονιστήρια, πριστήριο
sawmills in greek - πριονιστήρια, πριονιστηρίων, τα πριονιστήρια, πριστήρια, των πριονιστηρίων

Random words


Sawing in greek - Dictionary: english » greek
Translations: πριόνισμα, πριονίσματος, στο πριόνισμα, το πριόνισμα, πριονισμού