Shorted in greek

Translation: shorted, Dictionary: english » greek

βραχυκυκλωθεί, βραχυκυκλωμένο, βραχυκυκλωμένη, υπάρχει βραχυκύκλωμα
shorted in greek

Other Languages

Related words

shorted language dictionary greek, shorted out, shorted stocks, shorted battery, shorted circuit, shorted stock, shorted in greek

Translations

co-religionist in greek - ομόθρησκη
shortcut in greek - συντόμευση, συντόμευσης, πρόσβασης, συντομεύσεων, άμεσης πρόσβασης
shortcuts in greek - συντομεύσεις, οι συντομεύσεις, συντομεύσεων, τις συντομεύσεις, συντομεύσεις του
shorten in greek - συντομεύσει, να συντομεύσει, μειώσει, συντόμευση, μειωθεί, μικραίνω, κονταίνω
shortened in greek - συντομευθεί, συντομεύεται, συντομευτεί, συντομευμένη, μειωθεί

Random words


Shorted in greek - Dictionary: english » greek
Translations: βραχυκυκλωθεί, βραχυκυκλωμένο, βραχυκυκλωμένη, υπάρχει βραχυκύκλωμα