Sneaky in greek

Translation: sneaky, Dictionary: english » greek

ύπουλος, ύπουλες, ύπουλου, ύπουλα
sneaky in greek

Other Languages

Related words

sneaky language dictionary greek, sneaky sneaky, sneaky pete, sneaky petes, sneaky snake, sneaky pete holster, sneaky in greek

Translations

running-in in greek - το στρώσιμο, στρώσιμο, ρονταρίσματος, το ροντάρισμα, ροντάρισμα
sneaking in greek - κρυφός, επιβουλής, γλιστρήσει, να γλιστρήσει, παραμόνευε
sneaks in greek - γλιστρά
sneer in greek - χλεύη, χλευασμού, εμπαίζω, χλευάζω, ειρωνεία, χλευασμός
sneered in greek - σαρκαστικά, έγραψε σαρκαστικά, σάρκασε ο, σάρκασε

Random words


Sneaky in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ύπουλος, ύπουλες, ύπουλου, ύπουλα