Stoics in greek

Translation: stoics, Dictionary: english » greek

Στωικοί, Στωικών, Στωικούς, Stoics
stoics in greek

Other Languages

Related words

stoics language dictionary greek, the stoics, epicureans, stoicism, stoics and epicureans, stoics philosophy, stoics in greek

Translations

hard-nosed in greek - σκληρός, σκληροί και διορατικοί
stoically in greek - στωικώς, στωικά, στωϊκά, πιό στωικά
stoicism in greek - στωικότητα, στωικισμό, στωικισμός, η στωικότητα, στωικισμού
stoke in greek - τροφοδοτώ, stoke, στόουκ, του stoke, ανατροφοδοτεί
stoked in greek - ανατροφοδοτείται, τροφοδότησε, τροφοδοτήσει, τροφοδότησαν, επιτίθενται

Random words


Stoics in greek - Dictionary: english » greek
Translations: Στωικοί, Στωικών, Στωικούς, Stoics