Stringiest in greek

Translation: stringiest, Dictionary: english » greek

απαιτητικές, πιο απαιτητικές
stringiest in greek

Other Languages

Translations

crotchety in greek - ιδιότροπος, παράξενος, στριμμένος
stringer in greek - δοκός, πατερό, μηκίδα, stringer, λώρο
stringier in german - strähnigere, klebrige
stringiness in greek - ινώδες
stringing in greek - κλωστή, κλωστές, αρμάθιασμα, κλωστών

Random words


Stringiest in greek - Dictionary: english » greek
Translations: απαιτητικές, πιο απαιτητικές