Sustainable in greek

Translation: sustainable, Dictionary: english » greek

βιώσιμης, αειφόρο, αειφόρου, βιώσιμη, αειφόρος
sustainable in greek

Other Languages

Related words

sustainable language dictionary greek, sustainable development, sustainable energy, sustainability, sustainable agriculture, sustainable food, sustainable in greek

Translations

spidery in greek - αραχνώδης, αραχνιασμενα, αραχνοειδή, αραχνοειδείς
sustain in greek - διατήρηση, διατηρήσουν, τη διατήρηση, στηρίξει, διατηρήσει, κρατώ, υποστηρίζω, συντηρώ
sustainability in greek - βιωσιμότητα, αειφορία, βιωσιμότητας, αειφορίας, τη βιωσιμότητα
sustained in greek - υπέστη, παρατεταμένη, που υπέστη, παρατεταμένης, υπέστησαν
sustaining in greek - ραδιοπρόγραμα χωρίς εμπορικής αγγελίας, συγκρατήσεως, συντηρούμενη

Random words


Sustainable in greek - Dictionary: english » greek
Translations: βιώσιμης, αειφόρο, αειφόρου, βιώσιμη, αειφόρος