Sympathiser in greek

Translation: sympathiser, Dictionary: english » greek

συμπαθών, υποστηρικτής, συμπαθείτε, φιλικά προσκείμενοι, συμπαθών του
sympathiser in greek

Other Languages

Translations

suspicious in greek - καχύποπτος, ύποπτος, ύποπτες, ύποπτων, ύποπτη
sympathetically in greek - συμπαθητικώς, ευνοϊκά, συμπάθεια, με συμπάθεια, με κατανόηση
sympathies in greek - συμπάθειες, συμπάθεια, συμπάθειά, τη συμπάθειά, συλλυπητήρια
sympathize in spanish - simpatizar
sympathized in greek - συμπαρασταθεί, συμπαθούσε, εξέφρασε τη συμπάθειά

Random words


Sympathiser in greek - Dictionary: english » greek
Translations: συμπαθών, υποστηρικτής, συμπαθείτε, φιλικά προσκείμενοι, συμπαθών του