Tripling in greek

Translation: tripling, Dictionary: english » greek

τριπλασιασμός, τριπλασιασμό, τριπλασιάζοντας, τον τριπλασιασμό, τριπλάσιο
tripling in greek

Other Languages

Related words

tripling language dictionary greek, tripling crossword, tripling in greek

Translations

involvements in greek - μπλεξίματα, συμμετοχές, εμπλοκής, εμπλοκές, οι εμπλοκές
triplicates in greek - εις τριπλούν, τριπλότυπα, τριπλές επαναλήψεις, τριπλών αντιγράφων, εις τριπλούν δειγμάτων
triplication in greek - τριπλασιασμός, τριπλασιασμό
triply in greek - τριπλώς, τριπλά, τρις, τριπλού, οι τριπλά
tripod in greek - τρίποδο, τρίποδα, τριπόδου, τρίποδας, τρίποδου

Random words


Tripling in greek - Dictionary: english » greek
Translations: τριπλασιασμός, τριπλασιασμό, τριπλασιάζοντας, τον τριπλασιασμό, τριπλάσιο