Unescorted in greek

Translation: unescorted, Dictionary: english » greek

ασυνόδευτη, χωρίς συνοδό, χωρίς συνοδεία, συνοδό, ασυνόδευτα
unescorted in greek

Other Languages

Translations

name-story in greek - όνομα, το όνομα, ονόματος, ονομασία, όνομά
unerring in greek - αλάνθαστος, αλάνθαστη, αλάθητο, αλάνθαστο, αλάθητος
unerringly in greek - αλάνθαστα, αδιάβλητα, απλανώς, έγιναν οπωσδήποτε, έγιναν οπωσδήποτε αντιληπτές
unessential in greek - επουσιώδης, ασήμαντος, επουσιώδη, μη βασικές, ασήμαντου
unethical in greek - αήθης, ανήθικη, ανήθικο, ανήθικες, αντιδεοντολογική

Random words


Unescorted in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ασυνόδευτη, χωρίς συνοδό, χωρίς συνοδεία, συνοδό, ασυνόδευτα