Virginal in greek

Translation: virginal, Dictionary: english » greek

παρθενικός, παρθενική, παρθενικής, παρθενικών
virginal in greek

Other Languages

Related words

virginal language dictionary greek, a virginal, virginal hypertrophy, virginal breast hypertrophy, virginal discharge, virginal infection, virginal in greek

Translations

disrupts in greek - διαταράσσει, ανατρέπει, διακόπτει
viral in greek - ιογενή, ιικό, ιογενείς, ιογενής, ιογενούς, μολυσματικός
virgin in greek - παρθένα, παρθένο, παρθένου, παρθένων, παρθένες, παρθένος
virginally in spanish - virginalmente, virginal, virginalmente a
virginia in greek - βιργινία, βιρτζίνια, της βιρτζίνια, βιρτζίνιας

Random words


Virginal in greek - Dictionary: english » greek
Translations: παρθενικός, παρθενική, παρθενικής, παρθενικών