Wound in greek

Translation: wound, Dictionary: english » greek

τραύμα, τραυματίζω, λαβώνω, τραυματισμός
wound in greek

Related words

Other Languages

Related words

wound language dictionary greek, wound care, wound healing, open wound, wound center, wound vac, wound in greek

Translations

intra-community in greek - ενδοκοινοτικές, ενδοκοινοτικού, ενδοκοινοτικών, ενδοκοινοτικό, το ενδοκοινοτικό
would in greek - θα, θα ήταν, κάνατε, θα μπορούσε, θα είχε
would-be in greek - επίδοξους, επίδοξοι, τους επίδοξους, εν δυνάμει
wounded in greek - τραυματισμένος, λαβωμένος
wounding in greek - τραυματισμός, τραυματισμό, τον τραυματισμό, τραυματισμού, δημιουργία τραύματος

Random words


Wound in greek - Dictionary: english » greek
Translations: τραύμα, τραυματίζω, λαβώνω, τραυματισμός