Kimakka kreikaksi

Käännös: kimakka, Sanakirja: suomi » kreikka

διαπεραστικός
kimakka kreikaksi

Muut käännökset

διαπεραστικός, διαπεραστικό, διαπεραστική, διαπεραστικές, διάτορος

Liittyvät sanat

Muut kielet

Liittyvät sanat

kimakka kielisanakirja kreikka, kimakka tatsi, kimakka kreikaksi

Käännökset

kilvoitella kreikaksi - υποστηρίζουν, ισχυρίζονται, ζητούν, προβάλλουν, ζητούν από, διαγωνίζομαι, καταπολεμώ, μάχομαι, ...
kilvoittelu kreikaksi - οι προσπάθειες, οι προσπάθειες που, τις προσπάθειες, προσπάθειες, τις προσπάθειες που, διαγωνισμός, ανταγωνισμός, αντιζηλία, ...
kimallella kreikaksi - λάμπω, λάμψη, σπινθήρισμα, sparkle, σπινθηρίσματος
kimallus kreikaksi - λάμπω, λάμψη, σπινθήρισμα, sparkle, σπινθηρίσματος, απαστράπτω, αστράφτω, ...
pitkästyttävä kreikaksi - βαρετό, βαρετή, βαρετά, τρυπώντας, βαρετές

Satunnaisia sanoja

Satunnaisia sanoja (suomi/englanti)


Kimakka kreikaksi - Sanakirja: suomi » kreikka
Käännökset: διαπεραστικός, διαπεραστικός, διαπεραστικό, διαπεραστική, διαπεραστικές, διάτορος