Ryhmyinen kreikaksi

Käännös: ryhmyinen, Sanakirja: suomi » kreikka

ροζιασμένος, οζώδης, ροζιασμένη, gnarled, δύσβατο
ryhmyinen kreikaksi

Muut kielet

Käännökset

puoltaa kreikaksi - συνήγορος, εισαγγελέα, εισαγγελέας, υπέρμαχος, υποστηρικτής, πλάτη, υποστηρίζω, ενισχύω
ryhmittymä kreikaksi - ομαδοποίηση, ομάδα, ομίλου, όμιλος, ομάδας, συνασπισμός
ryhmitys kreikaksi - ομαδοποίηση, ομάδα, ομίλου, όμιλος, ομάδας, σύμπλεγμα, ...
ryhmä kreikaksi - ομάδα, ομάδας, ομίλου, ομάδα που, της ομάδας, σύμπλεγμα, συγκρότημα, όμιλος, ...
ryhmäjako kreikaksi - ομαδοποίηση, ομάδα, ομίλου, όμιλος, ομάδας, ταξινόμηση

Satunnaisia sanoja

Satunnaisia sanoja (suomi/englanti)


Ryhmyinen kreikaksi - Sanakirja: suomi » kreikka
Käännökset: ροζιασμένος, οζώδης, ροζιασμένη, gnarled, δύσβατο