Abrogée en grec

Traduction: abrogée, Dictionnaire: français » grec

καταργήθηκε, καταργείται, καταργηθεί, καταργούνται, καταργηθούν
abrogée en grec

Autres langues

Mots associés / Définition (def)

abrogée dictionnaire de langue grec, abrogée wiki, abrogée en anglais, abroger def, abrogée 2001 ch. 32 art. 1, abrogée définition, abrogée en grec

Traductions

abrogèrent en grec - καταργήθηκε, καταργηθεί, καταργείται, καταργούνται, κατήργησε
abrogé en grec - καταργήθηκε, καταργηθεί, καταργείται, καταργούνται, κατήργησε
abrogées en grec - καταργήθηκε, καταργείται, καταργηθεί, καταργούνται, καταργηθούν
abrogés en grec - καταργήθηκε, καταργείται, καταργηθεί, καταργούνται, καταργηθούν
asseyent en grec - κάθονται, καθίσει, να καθίσει, καθίστε, καθίσετε, κάθομαι

Mots aléatoires

Mots aléatoires (français/anglais)


Abrogée en grec - Dictionnaire: français » grec
Traductions: καταργήθηκε, καταργείται, καταργηθεί, καταργούνται, καταργηθούν