Αποπληκτικός in english

Translation: αποπληκτικός, Dictionary: greek » english

apoplectic
αποπληκτικός in english

Additional translations

stuffy, apoplectic

Related words

Synonyms & Translations

stuffy
  • αποπληκτικός
  • πνιγηρός
  • μεγαλομανής
  • πνιγερός
  • μουτρωμένος
  • πνικτικός

apoplectic
  • αποπληκτικός

Translations

αποπλανώ in english - seduce, sophisticate, mislead
αποπληθωρισμός in english - deflation, deflate, disinflation, deflation is, deflating
αποπληξία in english - stroke, apoplexy, seizures, stroke an
αποπληρωμή in english - repayment, repayments, payout, repay, pay off

Random words


Αποπληκτικός in english - Dictionary: greek » english
Translations: apoplectic, stuffy, apoplectic