Dote in greco

 

Traduzione: dote, Dizionario: italiano » greco

προικοδότηση, χάρισμα
dote in greco

Traduzioni aggiuntive

προίκα, προίκας, την προίκα, προικιά, τα προικιά

Parole correlate

Altre lingue

Parole correlate

dote dizionario di lingua greco, dote unica lavoro, dote scuola 2015, dote scuola milano, dote lavoro regione lombardia, dote comune, dote in greco

Traduzioni

dosso in greco - πίσω, πλάτη, πίσω μέρος, άμυνα, back, ενισχύω, υποστηρίζω
dotare in greco - προικίσει, προικίσουν, προσδίδουν, αποκτήσει, τροφοδότηση
dotto in greco - μάθει, έμαθαν, έμαθε, έμαθα, αντλήθηκαν
dottore in greco - γιατρός, γιατρό, το γιατρό, ο γιατρός, γιατρού, ιατρός
servitù in greco - δουλεία, δουλείας, δεσμά, αλύτρωτος, τη δουλεία, σκλαβιά, δουλειά

Parole a caso

Parole a caso (italiano/inglese)


Dote in greco - Dizionario: italiano » greco
Traduzioni: προικοδότηση, χάρισμα, προίκα, προίκας, την προίκα, προικιά, τα προικιά