Zakłócenie po grecku

Tłumaczenie: zakłócenie, Słownik: polski » grecki

ενόχληση, μπελάς, αναψυχή, παρεμβολή, φασαρία, αναστάτωση, ταλαιπωρία, ενοχλώ
zakłócenie po grecku

Dodatkowe tłumaczenia

διάσπαση, αναστάτωση, αποδιοργάνωση, διάρρηξη, διακοπή

Powiązane słowa

Pozostałe języki

Powiązane słowa / Znaczenie

zakłócenie słownik językowy grecki, zakłócenie ciszy wyborczej, zakłócenie wykładu baumana, zakłócenie synonim, zakłócenie ładu i porządku publicznego, zakłócenie miru domowego, zakłócenie po grecku

Tłumaczenia

wielofazowy po grecku - πολυφασική, πολυφασικές, πολυφασικό, πολυφασικών, πολλαπλών φάσεων
zakłócanie po grecku - παρεμβαίνοντας, παρεμβαίνει, παρεμβαίνουν, παρεμβολής, παρεμβολή, παράβαση
zakłócać po grecku - διαταράσσουν, διαταράξει, διαταράξουν, να διαταράξει, διακόψει, παραβαίνω, επεμβαίνω, παραβιάζω, ...
zakłóceniowy po grecku - θόρυβος, θορύβου, θόρυβο, ο θόρυβος, noise
zakłócić po grecku - διαταράσσουν, διαταράξει, διαταράξουν, να διαταράξει, διακόψει, καταστρέφω

Losowe słowa

Losowe słowa (polski/angielski)


Zakłócenie po grecku - Słownik: polski » grecki
Tłumaczenia: ενόχληση, μπελάς, αναψυχή, παρεμβολή, φασαρία, αναστάτωση, ταλαιπωρία, ενοχλώ, διάσπαση, αναστάτωση, αποδιοργάνωση, διάρρηξη, διακοπή