Culminating in greek

Translation: culminating, Dictionary: english » greek

αποκορύφωμα, με αποκορύφωμα, πιστοποιείται, που πιστοποιείται, πιστοποιούνται
culminating in greek

Other Languages

Related words

culminating language dictionary greek, culminating project, culminating activity, culminating in, culminating definition, what is culminating, culminating in greek

Translations

culminated in greek - κορυφώθηκε, κορυφώθηκαν, κατέληξε, κατέληξαν, οδήγησε
culminates in greek - κορυφώνεται, περατώνει
culmination in greek - αποκορύφωμα, κορύφωση, κατάληξη, επιστέγασμα, αποκορύφωση
culpability in greek - ενοχή, υπαιτιότητα, ενοχής, υπαιτιότητας, την ενοχή
ungulate in greek - έχων όπλας, οπληφόρων, οπληφόρου, οπληφόρα, οπληφόρο

Random words


Culminating in greek - Dictionary: english » greek
Translations: αποκορύφωμα, με αποκορύφωμα, πιστοποιείται, που πιστοποιείται, πιστοποιούνται