Debenture in greek

Translation: debenture, Dictionary: english » greek

ομόλογο, χρεωστικό ομόλογο, ομολογιακού, ομολογιακό, ομολογιακών
debenture in greek

Other Languages

Related words

debenture language dictionary greek, debenture bond, debenture bonds, a debenture is, what is debenture, debenture definition, debenture in greek

Translations

abstracts in greek - περιλήψεις, αποσπάσματα, περιλήψεων, οι περιλήψεις
debauches in spanish - desenfrenos, orgías, francachelas, libertinaje, libertinajes
debauching in greek - κραιπάλη
debentures in greek - ομόλογα, ομολογίες, ομολόγων, ομολογιών, χρεόγραφα
debilitate in greek - αδυνατίζω, εξουθενώ, καταβάλλω, εξασθενίζω, εξασθενίσει

Random words


Debenture in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ομόλογο, χρεωστικό ομόλογο, ομολογιακού, ομολογιακό, ομολογιακών