Uncovering in greek

Translation: uncovering, Dictionary: english » greek

αποκάλυψη, ανακάλυψη, την αποκάλυψη, αποκαλύπτοντας, αποκάλυψης
uncovering in greek

Other Languages

Related words

uncovering language dictionary greek, uncovering the past, uncovering aliens, uncovering you, uncovering student ideas, uncovering the truth, uncovering in greek

Translations

coarse in greek - τραχύς, χοντρό, χονδροειδείς, χονδροειδή, χοντροειδείς, αγροίκος, χονδροειδής
uncover in greek - αποκαλύψει, αποκάλυψη, αποκαλύψουν, να αποκαλύψει, αποκαλυφθούν
uncovered in greek - ακάλυπτος, ανοιχτό πάρκινγκ, ανοιχτό, αποκάλυψε, ακάλυπτο
uncovers in greek - ξεσκεπάζει
uncritical in greek - άκριτη, μη κριτική, άκριτο, αβασάνιστη, άκριτα

Random words


Uncovering in greek - Dictionary: english » greek
Translations: αποκάλυψη, ανακάλυψη, την αποκάλυψη, αποκαλύπτοντας, αποκάλυψης