Wyszperać po grecku

 

Tłumaczenie: wyszperać, Słownik: polski » grecki

σπρώχνω, τσιγκλώ
wyszperać po grecku

Dodatkowe tłumaczenia

αναζητώ, αναζητούν, αναζητήσετε, ψάξει έξω, αναζήτηση από

Powiązane słowa

Pozostałe języki

Tłumaczenia

manipulacja po grecku - χειρισμός, χειραγώγηση, χειραγώγησης, πράξεις χειραγώγησης, χειραγώγηση της, μεταβίβαση, χρήση
wyszlifować po grecku - στίλβωση, πολωνός, πολωνικός, polish, πολωνικά, αγγαρεία, λιώνω, αλέθω, ...
wyszorować po grecku - απολέπιση, scrub, τρίβει, θαμνώνες, τρίψτε, σκούπα, βούρτσα, χαμόδεντρα, ...
wyszukanie po grecku - περίτεχνα, περίτεχνο, περίπλοκα, περίτεχνες, περίτεχνο τρόπο, αναζήτηση, εύρημα
wyszukaność po grecku - επιτήδευση, εκλέπτυνση, πολυπλοκότητα, πολυπλοκότητας, την εκλέπτυνση

Losowe słowa

Losowe słowa (polski/angielski)


Wyszperać po grecku - Słownik: polski » grecki
Tłumaczenia: σπρώχνω, τσιγκλώ, αναζητώ, αναζητούν, αναζητήσετε, ψάξει έξω, αναζήτηση από