Charczeć po grecku

Tłumaczenie: charczeć, Słownik: polski » grecki

γρυλλισμός, γρυλλίζω, βουτυρόψαρο, γρύλισμα, grunt
charczeć po grecku

Pozostałe języki

Powiązane słowa / Znaczenie

charczeć słownik językowy grecki, charczeć angielski, charczeć sjp, charczeć po angielsku, charczeć synonim, charczeć tłumacz, charczeć po grecku

Tłumaczenia

charakteryzowanie po grecku - χαρακτηρισμός, χαρακτηρισμό, τον χαρακτηρισμό, χαρακτηρισμού, ο χαρακτηρισμός
charakteryzować po grecku - χαρακτηρίζουν, χαρακτηρισμό, χαρακτηρίζει, χαρακτηρίσει, τον χαρακτηρισμό, προσδιορίζω
chart po grecku - λαγωνικό, κυνοδρομίες, κυνοδρομιών, λαγωνικών, κυνοδρομία
charytatywność po grecku - φιλανθρωπία, φιλανθρωπίας, φιλανθρωπικό, φιλανθρωπική, φιλανθρωπική οργάνωση, ψυχικό
uwielokrotniać po grecku - πολλαπλασιάστε, πολλαπλασιάσουμε, πολλαπλασιάσετε, πολλαπλασιάσει, πολλαπλασιάζουν, πολλαπλασιάζω

Losowe słowa

Losowe słowa (polski/angielski)


Charczeć po grecku - Słownik: polski » grecki
Tłumaczenia: γρυλλισμός, γρυλλίζω, βουτυρόψαρο, γρύλισμα, grunt