Λέξη: πλάκα

Σχετικές λέξεις: πλάκα

πλάκα αναφιώτικα, πλάκα αθήνα, πλάκα χάρτης, πλάκα ψησίματος, πλάκα chelner, πλάκα κάνεις, πλάκα μου κάνεις, πλάκα κάνεις hotel edition, πλάκα εστιατόρια, πλάκα λιτοχώρου, πηνελόπη πλάκα, πλάκα κάνεις ant1, πηνελόπη πλάκα hot, πηνελοπη πλάκα

Συνώνυμα: πλάκα

πλάκα, πιάτο, πινακίδα, πλαξ μέταλλου, αργυρά σκεύη, κέικ, τούρτα, πίτα, κουλούρα, γλύκισμα, πλαξ, λάσπη, άβακας, αριθμητήριο, αβάκιο

Μεταφράσεις: πλάκα

αγγλικά
fun, slate, slab, plate, plaque


ισπανικά
pizarra, lámina, placa, plato, tabla, ...

γερμανικά
anode, scheibe, zahnersatz, lochstein, schwartenbrett, ...

γαλλικά
plaisir, plaque, écriteau, tablette, plateau, ...

ιταλικά
targa, lamina, piatto, piastra, divertimento, ...

πορτογαλικά
divertimento, recreio, delícia, prazer, laje, ...

ολλανδικά
tablet, amusement, plezier, leisteen, plaat, ...

ρωσικά
кусок, горбыль, электрод, веселье, дощечка, ...

νορβηγικά
tavle, tallerken, moro, plate, skifer, ...

σουηδικά
platta, tallrik, nöje, skiva, kul

φινλανδικά
laakea, liuske, plaketti, levy, kate, ...

δανικά
tallerken, fornøjelse

τσεχικά
pokrm, mísa, deska, švanda, vyhubovat, ...

πολωνικά
oblader, łupek, okorek, klisza, besztać, ...

ουγγρικά
versenydíj, számtábla, széldeszka, dísztábla, nyomólemez, ...

τούρκικα
şaka, tabak

ουκρανικά
радощі, забава, рослини, шаруватий, програма, ...

αλβανικά
pllakë, qejf

βουλγαρικά
развлечение, горелка

λευκορωσικά
талерка

εσθονικά
plaat, nali, katusekivi, tahvelkivi, paas, ...

κροατικά
tablica, ilustracija, tanjur, tabla, veselja, ...

ισλανδικά
diskur, gaman

λατινικά
lanx, patella

λιθουανικά
lėkštė

λετονικά
šķīvis

σλαβομακεδονικά
чинијата

ρουμανικά
dală, distracţie, lespede, farfurie

σλοβενικά
plaketa, cedilka, davit, zábava, deska

σλοβακικά
dlaždice, plaketa, plech, talíg, bridlice, ...

Στατιστικά δημοτικότητας: πλάκα

Τυχαίες λέξεις