Несговорчивый στα ελληνικά

Μετάφραση: несговорчивый, Λεξικό: ρωσικά » ελληνικά

κολλητικός, πεισματάρης, ισχυρογνώμων, κολλώδης, επίμονος, πεισμωμένος
несговорчивый στα ελληνικά

Πρόσθετες μεταφράσεις

difficile

Σχετικές λέξεις

Μεταφράσεις

несгибаемый στα ελληνικά - άκαμπτος, άκαμπτη, άκαμπτο, ανελαστική, άκαμπτες, εδραίος, σταθερός, αδιάλλακτος, ...
несговорчивость στα ελληνικά - intractability, δυσεπιλυσιμότητα, δυσεπίλυτο, δυστοκία
несгораемость στα ελληνικά - άφλεκτο, μη αναφλεξιμότητας, αναφλεξιμότητας
несгораемый στα ελληνικά - πυρασφαλείας, πυρίμαχο, πυρίμαχα, αντιπυρικό, αντιπυρικά

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Несговорчивый στα ελληνικά - Λεξικό: ρωσικά » ελληνικά
Μεταφράσεις: κολλητικός, πεισματάρης, ισχυρογνώμων, κολλώδης, επίμονος, πεισμωμένος, difficile