Lacerare στα ελληνικά

Μετάφραση: lacerare, Λεξικό: ιταλικά » ελληνικά

Αρχική γλώσσα:
ιταλικά
Τελική γλώσσα:
ελληνικά
Μεταφράσεις:
σχίζω, δάκρυ, σκίζω, σχίσιμο, σχίσει, σκιστεί, σχιστεί
Lacerare στα ελληνικά
Σχετικές λέξεις

Μεταφράσεις

  • lacca στα ελληνικά - βερνικώνω, βερνίκι, λάκα, βερνικιού, λάκας, λάκκα
  • laccio στα ελληνικά - παγιδεύω, παγίδα, κορδόνι, κορδόνια, κορδόνι υποδημάτων
  • lacrima στα ελληνικά - σχίζω, δάκρυ, σκίζω, σχίσιμο, σχίσει, σκιστεί, σχιστεί
  • lacuna στα ελληνικά - άγραφτος, λευκός, κενό, χάσμα, άγραφος, χάσματος, διάκενο, ...
Τυχαίες λέξεις
Lacerare στα ελληνικά - Λεξικό: ιταλικά » ελληνικά
Μεταφράσεις: σχίζω, δάκρυ, σκίζω, σχίσιμο, σχίσει, σκιστεί, σχιστεί