Λέξη: κανονισμός

Σχετικές λέξεις: κανονισμός

κανονισμός τεχνολογίας σκυροδέματος, κανονισμός εργασίας, κανονισμός πολυκατοικίας, κανονισμός προμηθειών δημοσίου, κανονισμός της βουλής, κανονισμός 44/2001, κανονισμός ρώμη ι, κανονισμός επικοινωνίας δημοσίων υπηρεσιών, κανονισμός χα, κανονισμός χρηματιστηρίου αθηνών, κανονισμός λειτουργίας, κτιριοδομικός κανονισμός, οικοδομικός κανονισμός, εσωτερικός κανονισμός

Συνώνυμα: κανονισμός

κανονισμός, ρύθμιση, συμφωνία, διευθέτηση, προσαρμογή, εφαρμογή, απολογισμός

Μεταφράσεις: κανονισμός

αγγλικά
regulation


ισπανικά
regulación, prescripción, ordenanza, regla, reglamento

γερμανικά
regel, anordnung, regulation, regulierung, festlegung, ...

γαλλικά
décret, prescription, norme, injonction, régulation, ...

ιταλικά
regolazione, precetto, norma, prescrizione, regola, ...

πορτογαλικά
portaria, regra, regulamentos, regular, regulamento, ...

ολλανδικά
beschikking, voorschrift, verordening, reglement

ρωσικά
урегулирование, упорядочение, регулирование, наказ, выверка, ...

νορβηγικά
anordning, forordning, ordning, forskrift

σουηδικά
bestämmelse, reglering

φινλανδικά
määräys, asetus, sääntö, ohjesääntö, asetus tai hallinnollinen määräys, ...

δανικά
regeringslov, regel

τσεχικά
ustanovení, regulace, seřízení, předpis, nařízení, ...

πολωνικά
reglamentacja, ujednostajnienie, ujednostajnianie, zarządzenie, rozporządzenie, ...

ουγγρικά
rendszabály, regulázás, rendtartás, szabályzat

τούρκικα
emir, kural

ουκρανικά
розміряти, регулювати, впорядковувати, врегулювати

αλβανικά
rregullim, rregullore, rregullimi, Rregullorja, Rregullorja e

βουλγαρικά
разпоредба, наредба

λευκορωσικά
рэгуляванне, рэгуляваньне

εσθονικά
reguleerimine, juhis, korraldamine

κροατικά
pravilo, uređenje, statuti, kontrola, regulacija

ισλανδικά
reglugerð, reglur, reglugerðinni, Reglugerðin, eftirlit

λατινικά
ordinatio

λιθουανικά
taisyklė, potvarkis, norma

λετονικά
likums

σλαβομακεδονικά
регулатива, пропис, регулација, регулирање, регулирањето

ρουμανικά
regulă

σλοβενικά
uredba, predpis, ureditev, uredbe, regulacija

σλοβακικά
regulácia, regulácie, reguláciu, regulácii

Στατιστικά δημοτικότητας: κανονισμός

Τυχαίες λέξεις