Λέξη: έμβασμα

Σχετικές λέξεις: έμβασμα

έμβασμα σε τραπεζικό λογαριασμό, έμβασμα σε λογαριασμό ετε, έμβασμα λεξικό, έμβασμα sepa, έμβασμα από κύπρο, έμβασμα από εξωτερικό, έμβασμα ορισμόσ, έμβασμα σε άλλη τράπεζα εσωτερικού, έμβασμα στα αγγλικά, έμβασμα σε τράπεζα εξωτερικού

Συνώνυμα: έμβασμα

μεταφορά, μεταβίβαση, ανταπόκριση, μετάθεση, μετεπιβίβαση, χρηματική εντολή

Μεταφράσεις: έμβασμα

έμβασμα στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
remittance, transfer, money order, wire transfer, bank credit transfer

έμβασμα στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
envío, remesa, remesas, de remesas, las remesas

έμβασμα στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
geldsendung, geldanweisung, geldüberweisung, sendung, Überweisung, Übersendung, Weisung, Überweisungs

έμβασμα στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
envoi, versement, assignation, mandat, paiement, expédition, remise, la remise, remises

έμβασμα στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
invio, rimessa, rimesse, di rimessa, la rimessa

έμβασμα στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
lembre, remessa, remessas, envio, de remessa, de remessas

έμβασμα στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
afdracht, transfer, remise, overmaking, overschrijving, remittance

έμβασμα στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
предание, перевод, пересылка, пересказ, денежный перевод, денежных переводов, перевод денег, отправка деньги

έμβασμα στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
remisse, remittering, innbetalingen, som overføres

έμβασμα στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
remittering, remittance, remitterings, översändande, betalningsförmedling

έμβασμα στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
lähete, suoritus, rahalähetys, lähettämällä, rahalähetyspalveluiden, maksulähetysjärjestelmiä, remittance

έμβασμα στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
remittance, eftergivelse, overførsel, fremsendelse, indbetalt

έμβασμα στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
poukaz, odeslání, zásilka, úhrada, převod, remitencí, prominutí, poukazované, poukazování

έμβασμα στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
przelew, wypłata, przesyłka, wpłata, przekaz, rymesa, dotyczące przekazu, remittance, transferu tych sum

έμβασμα στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
átutalás, átutalási, átutalással, átutalásra, átutalást

έμβασμα στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
havale, para gönderme

έμβασμα στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
переказати, ємкість, ослабляти, переклад, переведення, переказ, Переклад цього

έμβασμα στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
dërgim, dërgesave, remitancave, të dërgesave, i remitancave

έμβασμα στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
парични преводи, превод, превеждане, превеждането, преотстъпване

έμβασμα στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
пераклад, пераклад на, пераклад на беларускую, перавод

έμβασμα στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
rahaülekannete, ülekandmine, ülekandmist, ülekandeteenused, ülekandmise

έμβασμα στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
pošiljka, doznaka, doznake, doznaku, doznake ili

έμβασμα στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
skil, remittance, yfirfærsla, Greiðslusending, peningasendingar

έμβασμα στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
perlaida, pervedimas, persiuntimas, perlaidų, perlaidos

έμβασμα στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
naudas pārvedums, pārvedums, pārskaitījumi, naudas pārvedumu

έμβασμα στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
дознака, дознаки, дознаките, уплатница, назнака

έμβασμα στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
remitere, remitențe, de remitențe, remitențelor, remiterea

έμβασμα στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
nakazilo, nakazil, nakazilu, prenos sta

έμβασμα στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
úhrada, prevod, presun, prenos, prevodu, transfer
Τυχαίες λέξεις