Λέξη: ανέγερση

Σχετικές λέξεις: ανέγερση

ανέγερση μουσείου μεσσαράς ηράκλειο, ανέγερση κτιρίου σε οικόπεδο τρίτου, ανέγερση κατοικίας, ανέγερση κατοικίας κόστος, ανέγερση σχολείων, ανέγερση ξενοδοχείου, ανέγερση ναού, ανέγερση οικοδομής, ανέγερση 1ου 12/θέσιου δημοτικού σχολείου ελασσόνας, ανέγερση οικοδομής σε ακίνητο τρίτου

Συνώνυμα: ανέγερση

ανέγερση, στύση, ίδρυση, αναζωπύρωση, ύψωση

Μεταφράσεις: ανέγερση

αγγλικά
erection, construction


ισπανικά
estructura, construcción, erección

γερμανικά
zusammenbau, aufrichtung, bauweise, konstruktion, struktur, ...

γαλλικά
structure, oeuvre, érection, terrier, édifice, ...

ιταλικά
edilizia, costrutto, struttura, erezione, costruzione

πορτογαλικά
teia, estrutura

ολλανδικά
constructie, bouw, inrichting, samenstelling, structuur, ...

ρωσικά
возведение, истолкование, распрямление, строение, здание, ...

νορβηγικά
oppbygning, ereksjon, oppførelse

σουηδικά
byggnad, konstruktion, struktur

φινλανδικά
rakennus, rakenne, tulkinta, pystytys, rakennelma

δανικά
struktur, konstruktion

τσεχικά
vztyčení, vybudování, sestrojení, ztopoření, stavění, ...

πολωνικά
erekcja, budowla, budowanie, wzwód, budynek, ...

ουγγρικά
erekció, merevedés, szerelése, felállítása, erekciót

τούρκικα
yapı

ουκρανικά
спорудження, випрямляння, тлумачення, побудування, установка, ...

αλβανικά
mbledhje, ereksionit, erekcion, montim, ngritje

βουλγαρικά
ерекция

λευκορωσικά
структура

εσθονικά
konstruktsioon, erektsioon, ehitis, püstitamine

κροατικά
gradnju, građenje, izvođenja, montaža, sklapanje, ...

ισλανδικά
stinning, reisn, uppsetning, stinningu, standpína

λιθουανικά
statinys, konstrukcija, struktūra, statyba, sandara

λετονικά
konstrukcija, celtne, būve, struktūra

σλαβομακεδονικά
ерекција, ерекцијата, монтажа, изградба, изградбата

ρουμανικά
construcţie

σλοβενικά
erekcija, Postavljanje, erekcije, montaža, postavitev

σλοβακικά
erekcie, erekcia, erekciu, erekciou

Τυχαίες λέξεις