Λέξη: αποκόβω

Μεταφράσεις: αποκόβω

αγγλικά
sever, wean


ισπανικά
separar, cortar, recortar, cortado, eliminar

γερμανικά
trennen, abtrennen

γαλλικά
départir, désaccoutumer, couper, retrancher, isoler, ...

ιταλικά
staccare, recidere, tagliare, svezzare, dividere, ...

πορτογαλικά
quebrar, setenta, partir

ολλανδικά
scheiden

ρωσικά
откалывать, надеяться, отделять, разделять, отрывать, ...

νορβηγικά
skille, avvenne

σουηδικά
skära ut, klippa ut, utskuren, klipp ut, cut out

φινλανδικά
katketa, vieroittaa, erottaa

δανικά
skåret ud, skære, udskåret, klippe ud, udskårne

τσεχικά
přerušit, rozloučit, odstavit, odvyknout, odnaučit, ...

πολωνικά
odsuwać, odzwyczajać, oddzielać, odrywać, odcinać, ...

ουγγρικά
kivágott, cut out, vágja ki, kivágták, kivágjuk

τούρκικα
ayırmak

ουκρανικά
розривати, заможний, розлучати, рясний, відокремлювати, ...

αλβανικά
përzë, heq, prerë nga, të prerë nga, prerë jashtë

βουλγαρικά
кроя, изрязани, изрежете, изрязва, изрежат

λευκορωσικά
выразаць

εσθονικά
lahutama, katkestama, jõukas

κροατικά
razrezati, dijete, rasjeći, raskinuti, odrubiti, ...

ισλανδικά
skera, skorið, að skera, klippa, draga úr

λιθουανικά
iškirpti, cut out, išpjauti, sukirptus, sukarpytus

λετονικά
izgriezt, piegrieztus, cut out, izgriezta, piegrieztas

σλαβομακεδονικά
отсече, засекуваат, отсечени, отсечени од, се намали од

ρουμανικά
purta

σλοβενικά
odstavit

σλοβακικά
oddeliť

Τυχαίες λέξεις