Λέξη: προβιά

Σχετικές λέξεις: προβιά

προβιά για μωρά, προβιά συνώνυμα, κόκκινη προβιά, προβιά σπυριδούλα σκόπελος

Συνώνυμα: προβιά

μαλλί, προβιά, έριο

Μεταφράσεις: προβιά

αγγλικά
skin


ισπανικά
descascarar, tez, piel, mondar, hollejo, ...

γερμανικά
schälen, haut, schale, fell

γαλλικά
enveloppe, croûte, peler, épiderme, fourrure, ...

ιταλικά
pelle, buccia, epidermide, sbucciare, cute

πορτογαλικά
desnatar, cútis, pele

ολλανδικά
schil, vel, pels, huid, vacht

ρωσικά
линять, шкура, свежевать, пенка, кожица, ...

νορβηγικά
skinn, hud

σουηδικά
hud, skinn

φινλανδικά
kuori, vuota, nylkeä, talja, kalvo, ...

δανικά
hud, skind

τσεχικά
kůra, pokožka, kůžička, kůže, oloupat, ...

πολωνικά
bukłak, karnacja, osłonka, cera, obierać, ...

ουγγρικά
díszvakolat, koton, kéreg, dolcsi, öntvénykéreg, ...

τούρκικα
deri

ουκρανικά
шкура, шкіра, кірка

αλβανικά
lëkurë

βουλγαρικά
кожа

λευκορωσικά
скура

εσθονικά
nülgima, nahk

κροατικά
koza, svući, kožu, površina, ljuska, ...

ισλανδικά
hörund, bjór

λατινικά
corium, pellis

λιθουανικά
oda

λετονικά
āda

σλαβομακεδονικά
Роан, шарен, Roan

ρουμανικά
piele

σλοβενικά
koža

σλοβακικά
pleť

Τυχαίες λέξεις