Λέξη: αντίδραση

Σχετικές λέξεις: αντίδραση

αντίδραση maillard, αντίδραση συνώνυμο, αντίδραση βιολιστή σε κινητό που χτύπησε, αντίδραση - ελ.ασ, αντίδραση βιολονίστα σε κινητό που χτύπησε, αντίδραση coombs, αντίδραση - κανείς για μένα, αντίδραση cannizzaro, αντίδραση σαπωνοποίησης, αντίδραση τρανσαμινάσης

Συνώνυμα: αντίδραση

αντενέργεια, αντίπραξη

Μεταφράσεις: αντίδραση

αντίδραση στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
reaction, reaction is, reaction was, reacting, response

αντίδραση στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
reacción, de reacción, reacción de, la reacción, reacción en

αντίδραση στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
antwort, reaktion, gegenwirkung, Reaktion, Reaktions, Umsetzung

αντίδραση στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
réaction, réactionnel, la réaction, réactionnelle, réaction de

αντίδραση στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
reazione, di reazione, reazione di, reazioni, la reazione

αντίδραση στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
reagir, reaja, reação, reacção, reaccional, de reacção, reac�o

αντίδραση στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
reactie, reactiemengsel, de reactie, reacties, reactieproduct

αντίδραση στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
противодействие, воздействие, взаимодействие, перемена, влияние, реакция, реакции, Реакционную, реакцию, реакцией

αντίδραση στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
reaksjon, reaksjons, reaksjonen, omsetning

αντίδραση στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
reaktion, Reaktions, reaktionen

αντίδραση στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
suhtautuminen, reaktio, vastavaikutus, reaktion, reaktiota, Reaktioseosta, reaktiossa

αντίδραση στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
reaktion, reaktionen, Reaktionsblandingen, omsætning

αντίδραση στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
zpátečnictví, reakce, Reakční, reakci, Reakční směs, reakcí

αντίδραση στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
odczyn, reakcja, reakcyjną, reakcji, Reakcję

αντίδραση στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
kémhatás, reakció, reagálás, reakcióelegyet, reakciót, reakcióban, reakciókeveréket

αντίδραση στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
karşılık, tepkime, tepki, reaksiyon, reaksiyonu

αντίδραση στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
реагування, реакція

αντίδραση στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
reagim, reaksion, reagimi, reagimi i, reaksioni

αντίδραση στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
реакция, Реакционната, реакцията, реакционна, взаимодействие

αντίδραση στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
рэакцыя

αντίδραση στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
reageerimine, reaktsioon, reaktsiooni, Reaktsioonisegu, reaktsioonis, reaktsioonil

αντίδραση στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
reagiranje, reagira, otpor, reakcija, Reakcijska, Reakcijsku, reakcije, reakcija se

αντίδραση στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
afstaða, viðbrögð, Hvarfið, viðbrögðin, hvarf, Efnahvarfið

αντίδραση στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
reakcija, atoveikis, reakcijos, reakciją, reakcijų

αντίδραση στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
reakcija, reakcijas, reakciju, blakusparādība

αντίδραση στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
реакција, реакцијата, реакции, реакција на, реагира

αντίδραση στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
reacţie, reacție, de reacție, reacție a, de reacție a, reacția

αντίδραση στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
reakcija, reakcije, reakcijo, reakcijski, reakcijsko

αντίδραση στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
reakcie, reakcia, reakciu, reakcií

Στατιστικά δημοτικότητας: αντίδραση

Τυχαίες λέξεις